Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Η Θεωρία της Αιώνιας Ζωής (μέρος Β')




·    Στο πέμπτο κεφάλαιο  (το είναι του ανθρώπου στους αόρατους κόσμους) ο συγγραφέας μας αναφέρει περιληπτικά τα εξής:


Οι δυνάμεις και το είναι του ανθρώπου είναι δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Το πώς χρησιμοποιεί κανείς τις δυνάμεις του εξαρτάται από το είναι του.

Το είναι του μετριέται από τις επιθυμίες του, από το τι θέλει.

Η μετάβαση σε μια νέα κατάσταση δεν συνεπάγεται αλλαγή του είναι. Αντίθετα, τότε φανερώνεται το αληθινό είναι του ανθρώπου.

Με το θάνατο, ο άνθρωπος βιώνει μια αλλαγή κατάστασης.
Αυτή η λεπτότερη κατάσταση της ύλης θα πρέπει να προκαλεί, στον απροετοίμαστο άνθρωπο, απώλεια συνείδησης, κάτι σαν λιποθυμία. Η κατάσταση παρομοιάζεται με την περίπτωση εντός ανθρώπου, ο οποίος είναι κλειδωμένος μέσα σε ένα κελί και ξαφνικά οδηγείται έξω στο λαμπερό φως. Κάτι τέτοιο θα τον έκανε να τυφλωθεί ή να λιποθυμήσει.

Όσο πιο γρήγορα όμως ανακτήσει τη συνείδησή του, τόσο περισσότερα θα μπορέσει να καταλάβει και να βιώσει. Για τον συνηθισμένο άνθρωπο όμως αυτό που θα συμβαίνει είναι το να προσπαθήσει να προσανατολίσει τον εαυτό του και να στραφεί για στήριγμα.

Όπως αναφέρει  η Θιβετανική Βίβλος των Νεκρών:
 «Βρισκόσουν σε λιποθυμική κατάσταση τις τελευταίες τρισήμισυ μέρες. Μόλις συνέλθεις από τη λιποθυμία, θα σκεφτείς: «Τι συνέβηκε; Γιατί εκείνη τη στιγμή όλα τα φαινόμενα του σύμπαντος θα βρίσκονται σε επανάσταση.»


Μπορούμε να φανταστούμε τις αντιδράσεις του συνηθισμένου ανθρώπου καθώς μπαίνει στον μοριακό κόσμο. Προφανώς το πρώτο που θα κάνει θα είναι να αναρωτηθεί τι του έχει συμβεί. Η αντίδραση σε αυτό θα εξαρτηθεί από τη στάση που είχε για τον εαυτό του όσο ζούσε. Αν για παράδειγμα, (η ατομικότητά του ήταν ταυτισμένη με το σώμα του) η ιδέα που είχε για τον εαυτό του ήταν μόνο το σώμα του και οι αισθήσεις του, η αίσθηση της στέρησης του σώματός του θα του προκαλούσε τον τρόμο. Το πέρασμά του στον μοριακό κόσμο θα του έδινε όμως τις δυνατότητες που έχουμε αναφέρει. Θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τις νέες δυνάμεις και ευκαιρίες της νέας αντίληψης που θα του πρόσφερε ο νέος αυτός κόσμος. Όμως εκείνος, λόγω της φρίκης του, το πιο πιθανό είναι πως θα αναλωνόταν στο να προσπαθεί να πάρει ένα σχήμα που να μοιάζει στο παλιό υλικό του σώμα. Θα θυσίαζε λοιπόν όλες τις νέες δυνατότητες διαφορετικής κατανόησης που θα του πρόσφερε ο μοριακός κόσμος.

Επίσης, καθώς όπως είπαμε, η μετάβαση σε μια νέα κατάσταση δεν συνεπάγεται αλλαγή του είναι, οι επιθυμίες που τον βασάνιζαν όταν ήταν στον υλικό κόσμο, θα συνεχίσουν να τον βασανίζουν και εκεί.

Διαβάζουμε πάλι στη Θιβετανική Βίβλο των Νεκρών:
 «Μην το φοβάσαι αυτό. Μην τρομάζεις. Μην πανικοβάλλεσαι. Κατάλαβε ότι είναι η ενσάρκωση της ίδιας σου της σκέψης.»


Εδώ περιγράφεται πως στον άϋλο κόσμο, ο άνθρωπος θα βρίσκεται εντελώς μέσα σε ονειρικές καταστάσεις, σε συνθήκες δημιουργημένες από τη φαντασία του. Και φυσικά όλες αυτές οι συνθήκες θα έχουν σχέση με τις εμπειρίες, του φόβους τους πόθους και τις προσκολλήσεις του όσο ζούσε.

Ο μη προσκολλημένος υλικά άνθρωπος όμως, αυτός που είχε επιθυμία για γνώση, θα μπορούσε σε αυτή την κατάσταση να κατανοήσει με άμεση αντίληψη τη λειτουργία των φυσικών νόμων. Θα μπορούσε να αντιληφθεί τη φύση των πραγμάτων άμεσα, με τη διείσδυση και όχι με την εξωτερική αντίληψη.






·       Στο έκτο κεφάλαιο  (ο χρόνος στους αόρατους κόσμους) ο συγγραφέας μας αναφέρει περιληπτικά τα εξής:


Όπως είπαμε, η συνηθισμένη ιδέα που έχουμε για το χρόνο είναι ότι αυτός κυλάει προς μια κατεύθυνση, με μια φορά. Βάση όμως των συμπερασμάτων για τους αόρατους κόσμους, φαίνεται ότι ο χρόνος μπορεί να έχει μια ανάστροφη ροή.


Ο συγγραφέας επιστρέφει στο όραμα του Ηρός, ο οποίος «είδες τις σπείρες του πλανητικού χρόνου να κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις, η Μοίρα του παρόντος να τις στρέφει σε μια κατεύθυνση, η Μοίρα του μέλλοντος στην αντίθετη και η Μοίρα του παρελθόντος πότε στη μία και πότε στην άλλη.»

Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι «η μία σειρά από σπείρες φαίνεται πως μεταφέρει τους ανθρώπους προς τα εμπρός, με μέσο την γηϊνη σταδιοδρομία τους και η άλλη μεταφέρει αόρατα προς τα πίσω, στο σημείο εκκίνησής τους».


Η ίδια ιδέα αναπτύσσεται και σε έναν ακόμη μύθο του Πλάτωνα. Στον μύθο από τον «Πολιτικό» αναφέρονται τα εξής:
«Αυτόν τον κόσμο, για ένα χρονικό διάστημα, ο ίδιος ο Θεός τον βοήθησε να κατευθύνει και να ωθεί την κυκλική κίνησή του. Και ύστερα, όταν οι δοσμένοι χρονικοί κύκλοι του συμπλήρωσαν το μέτρο τους, τον εγκατέλειψε. Τότε άρχισε να στρέφεται στην αντίθετη κατεύθυνση μόνος του, όντας ένα ζωντανό πλάσμα με κατανόηση παρμένη απ’ Αυτόν που τον δημιούργησε αρχικά.»


Επομένως, εδώ αναπτύσσεται η ιδέα ότι ο χρόνος κινείται, πότε προς τα πίσω και πότε προς τα εμπρός, σε σχέση με τους διαφορετικούς αιώνες του μεγαλόκοσμου της γης. Αυτή η αρχή όμως, θα έχει εφαρμογή και στον μικρόκοσμο του ανθρώπου.
Κάτι τέτοιο όμως ανατρέπει την συνολική αντίληψή μας για τον χρόνο, την αιτία και το αποτέλεσμα, το καλό και το κακό και τόσα άλλα.

Έχοντας λοιπόν σαν βάση ότι η φύση του χρόνου στον αόρατο κόσμο είναι αυτού του είδους, ο συγγραφέας εξετάζει τις συνέπειες του χρόνου που κυλάει προς τα πίσω.

Ό,τι προηγείται το θεωρούμε αιτία, ό,τι ακολουθεί, το παίρνουμε σαν αποτέλεσμα. Αλλά αν αντιστρεφόταν ο χρόνος, τότε το αποτέλεσμα θα γινόταν αιτία και η αιτία αποτέλεσμα.

Επομένως εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε το είδος του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε.


Και συνεχίζει :
«Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι το σύμπαν είναι ενιαίο και ότι κάθε μέρος του εξαρτάται από όλα τα άλλα μέρη του, κάθε φαινόμενο συνδέεται με όλα τα άλλα φαινόμενα, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει χωρίς να αλλάξει το σύνολο. Αυτή ακριβώς η γνώση δημιουργεί στους μεγάλους σωτήρες της ανθρωπότητας, στους ανώτερους ανθρώπους, την αίσθηση ότι είναι υπεύθυνοι για όλο το κακό και για όλο τον πόνο που υπάρχει στον κόσμο. Ιδωμένοι από μια κατεύθυνση του χρόνου αυτοί οι άνθρωποι παίρνουν επάνω τους ή αφομοιώνουν τεράστιες ποσότητες ανθρώπινου πόνου και άγνοιας. Μόνον αυτοί αντιλαμβάνονται την άλλη κατεύθυνση. Σε αυτή την αντίληψη, που ανήκει στον αόρατο κόσμο, ξέρουν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και ο τεράστιος ωκεανός του πόνου είναι αδιαχώριστοι. Ξέρουν ότι είναι υπεύθυνοι για ό,τι υπήρξε πριν από αυτούς. Ξέρουν ότι οι ίδιοι, σαν άτομα, ποτέ δεν θα βρουν μόνιμη ικανοποίηση, μέχρις ότου ολόκληρο το επίπεδο της ανθρωπότητας ανυψωθεί, μέχρις ότου ολόκληρο το επίπεδο της ανθρωπότητας αναγεννηθεί τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον.»

Άλλα παράξενα χαρακτηριστικά του αντεστραμμένου χρόνου:

Όλα τα πλάσματα θα ακτινοβολούσαν από μέσα τους το φως αντί να το δέχονται απ’έξω. Θα έβγαινε ενέργεια και θερμότητα η οποία θα συγχωνευόταν και θα συνιστούσε ηλιακή ακτινοβολία. Όπως η ζωή μας ξεκινά από τον ήλιο, έτσι και στον αντίστροφο χρόνο θα επέστρεφε σε αυτόν.

Αυτή λοιπόν θα ήταν η φύση του χρόνου στον μοριακό κόσμο. Όμως υπάρχει και ο ηλεκτρονιακός κόσμος, στον οποίο ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο χρόνος θα υφίσταται χωρίς ροή. Δεν θα υπάρχει κίνηση του χρόνου ούτε προς τα μπρος, ούτε προς τα πίσω. Δεν θα υπάρχει ούτε αιτία ούτε αποτέλεσμα. Όλα θα είναι ταυτόχρονα ένα.






·   Στο έβδομο κεφάλαιο  (πετροποίηση στον ορυκτό κόσμο) ο συγγραφέας μας αναφέρει περιληπτικά τα εξής:



 Τα παλιά κείμενα που εξετάζει (Αιγυπτιακά, Ελληνικά, Θιβετανικά, Ζωροαστρικά κτλ) έχουν την ίδια άποψη ως προς την ύπαρξη ενός πραγματικού τόπου τιμωρίας, ο οποίος όμως είναι κάτι διαφορετικό από τον υποκειμενικό τρόμο που προκαλεί ο ίδιος ο νους, με την έξοδο από τον υλικό-κυτταρικό κόσμο.

Σύμφωνα με τα κείμενα αυτά, αυτός ο πόνος που νιώθει η ψυχή πριν την κρίση, είναι ένα είδος καθαρτηρίου και υποτίθεται ότι μπορεί να επηρεάσει την κρίση προς το καλύτερο. Ενώ η κόλαση, είναι ένα πραγματικό μέρος, ένα κοσμικό κρεματόριο, θα λέγαμε. Η εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας είναι πως όπως ακριβώς σε κάθε σπίτι και σε κάθε πόλη υπάρχει κάποιος μηχανισμός για τα απορρίμματα, τα οποία θα μόλυναν το σύνολο, έτσι και στον κόσμο των ανθρώπινων ψυχών θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τέτοιος μηχανισμός.

Υποθέτει λοιπόν ότι υπάρχει η δυνατότητα του «θανάτου» της ψυχής. Αφού όμως τίποτα δεν χάνεται στο σύμπαν, αν μια ψυχή πάψει να γεννιέται «εδώ» τότε θα πρέπει να γεννιέται κάπου αλλού. Ίσως λοιπόν είναι μια κατώτερη περιοχή από αυτή της οργανικής ζωής. Και εκεί, πέφτει η ψυχή έξω από τους κύκλους της δυνητικής εξέλιξης.

Σε αυτό το σημείο ανακαλεί και πάλι τον μύθο του Ηρός, όπου ο ήρωας βλέπει «τις ψυχές να φεύγουν, άλλες μέσα από ένα από τα Στόμια του Ουρανού και άλλες μέσα από ένα από τα Στόμια της Γης, αφού είχαν κριθεί.» Έπειτα, καθώς παρακολουθεί τη συζήτηση των ψυχών, μαθαίνει ότι «η τιμή της κακής πράξης πληρώνεται στο δεκαπλάσιο.»

Εδώ, μας αναφέρει ο Κόλλιν, υπάρχει ένα κλειδί. Στην κόλαση, τα πάντα διαρκούν δέκα φορές περισσότερο, δηλαδή υπάρχει ένας πολύ αργός χρόνος. Είναι επίσης σε πολύ πιο ακραία πυκνότητα (ακριβώς το αντίθετο από την κατάσταση που περιγράφθηκε στον μοριακό και ηλεκτρονιακό κόσμο).
Έχοντας στο νου αυτή τη κατάσταση του πολύ βραδυκίνητου χρόνου, προχωράει στο συμπερασμα ότι αυτές οι ψυχές, ομοιάζουν με την ορυκτή φύση, καθώς αυτού του είδους η ύλη είναι αυτή που διαρκεί περισσότερο από δυο ή τρεις αιώνες. Έτσι, φανταζόμαστε αυτές τις ψυχές να έχουν πετροποιηθεί, απολιθωθεί…






Μάλιστα, οι περιγραφές της κόλασης είναι γεμάτες από τέτοιες ορυκτές και μεταλλικές εκφράσεις, όπως επίσης οι περιγραφές του παραδείσου βρίθουν από εικόνες αέρινες. Για παράδειγμα φέρνει πάλι την Θιβετανική Βίβλο αλλά και την Κόλαση του Δάντη.
Έτσι, επίσης γίνεται κατανοητό γιατί όλες οι περιγραφές της κόλασης την τοποθετούν στον κάτω κόσμο, μέσα στη γη. (βλ. Ινδουιστική Ναράκα, Βαβυλωνιακή Αραλού, Τάρταρα των Ελλήνων, Αιγυπτιακή Αμέντερ).

«Γιατί, όπως είδαμε αλλού, τα υπόγεια στρώματα της γης αντιπροσωπεύουν το βασίλειο των ορυκτών (τη λιθόσφαιρα) και το βασίλειο των μετάλλων (τη βαρύσφαιρα), καλύπτοντας έναν άγνωστο πυρήνα ασύλληπτης πυκνότητας και αδράνειας. Η κάθοδος στο κέντρο της γης, όπως γνωρίζει η επιστήμη, είναι μια κάθοδος σε όλο και μεγαλύτερη πυκνότητα. Αυτή είναι πραγματικά η αρχή που εκφράζει ο Δάντης στην περιγραφή της Κόλασης. Τοποθετώντας την στο εσωτερικό της γης, την απεικόνισε με ομόκεντρες σφαίρες από αυξανόμενη πυκνότητα που οδηγούν «Προς το κέντρο, που στον πυρήνα του συνενώνει «όλη τη βαριά ουσία… αυτός ο πυρήνας προς τον οποίο από κάθε μέρος διοχετεύεται όλη η βαριά ουσία.»

Όμως το κέντρο της γης δεν είναι μόνο η περιοχή της πιο μεγάλης πυκνότητας, αλλά και η πιο απομακρυσμένη από τον ήλιο, την πηγή της ζωής. Αυτή η απουσία του φωτός, υποδηλώνει την πεθαμένη συναισθηματική πλευρά.

Έτσι λοιπόν, καταλήγει ο Κόλλιν, «η κάθοδος στην κόλαση είναι ένα παλινδρομικό ταξίδι μέσα από την εξέλιξη. Ένα βύθισμα όλο και σε μεγαλύτερη πυκνότητα, σκοτεινιά, ακαμψία και ασύλληπτη στασιμότητα χρόνου.»
Και σκοπός της είναι να επαναφέρει τα ελαττωματικά ψυχικά προϊόντα στην αρχική τους κατάσταση της υγιούς πρώτης ύλης, για να μπορέσουν στον κατάλληλο χρόνο να ξαναχρησιμοποιηθούν.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου