Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Δια γυναικός πηγάζει







«Είναι μερικά χρόνια τώρα που η ζωή μοιάζει να μας γίνεται όλο και πιο οικεία, πιο πρόθυμη για χαμηλόφωνες εκμυστηρεύσεις. Είναι σαν να μας παίρνει απ' το χέρι και να μας οδηγεί σε κάποιες γειτονιές της ψυχής τις οποίες, αν και τις είχαμε προσπεράσει, δεν είχαμε ποτέ το χρόνο να τις προσέξουμε. Και δεν είχαμε ποτέ σταθεί στα σιωπηλά σοκάκια τους ή στις βουερές πλατείες τους, για να περιεργαστούμε τα περίτεχνα μπαλκόνια ή τις γκρεμισμένες αυλές, τα απορημένα μάτια των παιδιών, τα ιδρωμένα μέτωπα των νέων, τις σκεπτικές ρυτίδες των ηλικιωμένων. 


Είναι σαν, μετά από πολύ καιρό χαλαρής και περιστασιακής επικοινωνίας, μια παλιά γνωστή μας να έρχεται όλο και πιο κοντά μας, να χαιρόμαστε όλο και πιο πολύ τη συντροφιά της. Να μας ξανοίγεται κουβεντιάζοντας ήρεμα για πράγματα απλά αλλά πολυσήμαντα, να νοιώθουμε πως μας εμπιστεύεται θαυμαστά μυστικά και ξόρκια, και να μας χαρίζει τελικώς κάτι δικό της, ακριβό. Ας πούμε ένα μαγικό κοχύλι που, μαζί με τους αναστεναγμούς που φέρνει από τους ωκεανούς του κόσμου, κρύβει και κάποια λόγια που στηρίζουν την καρδιά, αλλά τα σιγοψιθυρίζει μόνο σε όσους ξέρουν να τα ακούν, κάθε φορά που παραδέρνουν για να βρουν και να πιαστούν από ένα νόημα.


Πάει, λοιπόν αρκετός καιρός που ήθελα να μεταφέρω κάποιες από αυτές τις άηχες κουβέντες, που έχουν να κάνουν με απλά και στοιχειώδη, στην αληθινή ουσία τους, πράγματα, των οποίων όμως η σημασία πηγάζει ακριβώς από το ότι είναι στοιχειώδη.


Κουβέντες που δεν έχουν την παιδαριώδη αξίωση να διδάξουν σε κάποιον οτιδήποτε ή να του πουν κάτι που δεν θα μπορούσε και ο ίδιος να το έχει σκεφτεί. 


Είναι μονάχα σκέψεις που, κατά καιρούς, με παίδεψαν από έγνοια για πολλά και διάφορα της ζωής.

Σκέψεις που με συντρόφεψαν, άλλοτε παρηγορητικά κι άλλοτε με αγωνία ή και θυμό ακόμα, και τις οποίες δεν θέλησα να κρατήσω μόνο για τον εαυτό μου, με τον συλλογισμό ότι, ίσως να παρακινήσουν και κάποιον άλλον στο να προσπαθήσει να ακούσει τα όσα και το δικό του μαγικό κοχύλι θα έχει ενδεχομένως να του πει…


Έχει, όμως, και κάτι το μαγευτικό το να προσπαθείς να μπεις μέσα στους ήχους που δομούν τις συλλαβές-από εικοσιτέσσερα όλα κι' όλα γράμματα καμωμένες- για να σχηματιστούν οι λέξεις. Κι' αυτές οι λέξεις, στη συνέχεια, να μπορούν να παίρνουν χρώμα, αποχρώσεις, φωτοσκιάσεις, ηχώ και αντήχηση, δηλαδή νοήματα, καθώς μορφοποιούνται και κάθονται μέσα στη συνείδηση, άλλοτε σαν απαλές νιφάδες που στριφογύρισαν για λίγο χορεύοντας, κι άλλοτε σαν πέτρες αγκαθερές κι' ασήκωτες.


Είναι λέξεις που μπορεί να προσκαλούν συνειρμούς από αρώματα, αγγίγματα, ακούσματα και εικόνες, που βρίσκονται έξω και πέρα από τις σταθερές και μετρημένες συλλαβές τους. Λέξεις οι οποίες μπορεί να εκπέμπουν κάτι απροσδιόριστο και ά-σχημο, που όμως παγώνει την ατμόσφαιρα και φέρνει ρίγος, κι' άλλες που σε τυλίγουν με μια γλυκιά θαλπωρή και το φέγγος ενός χαμόγελου. Αυτές τις δεύτερες, νομίζω ότι ταιριάζει να τις χαρακτηρίσουμε "μ α γ ι κ έ ς", αφού η δύναμη τους εξαρτάται, σχεδόν πάντα, από τον βαθμό της βιωματικής συμμετοχής του καθενός ή της καθεμίας από εμάς στην πραγμάτωση τους.»


πηγή: ["Δια γυναικός πηγάζει..", Μερόπη Σπυροπούλου, εκδ. των φίλων ,2004]
 


Το παραπάνω κείμενο είχε δημοσιευτεί απο έναν φίλο, ως σχόλιο  σε μια απο τις τελευταίες αναρτήσεις του blog. Πιστεύω πως  αξίζει  να είναι απο μόνο του μια ξεχωριστή ανάρτηση. Για το θάρρος, την ομορφιά, το βάθος, τη διαίσθηση και τη διεισδυτικότητά του, ναι το αξίζει. 
Ευχαριστώ  Γ.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου